Ιστορία

ΙΣΤΟΡΙΑ

Ταϊλάνδη σημαίνει “χώρα των ελεύθερων” και οι Ταϊλανδοί μπορούν να καυχηθούν γιατί, σε όλη τη διάρκεια της 800 χρονης ιστορίας της, η χώρα τους, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, δεν υπήρξε ποτέ αποικία.

Η περιοχή ήδη από το 12ο αιώνα ήταν γνωστή σαν Σιάμ, ενώ το όνομα της χώρας άλλαξε σε Ταϊλάνδη με την άνοδο στην εξουσία μιας δημοκρατικής κυβέρνησης το 1939.

Από τον 12ο αιώνα, η περιοχή της Ταϊλάνδης που είναι γνωστή ως κοιλάδα του Chao Phraya κατοικείτο από αρχαίους πολιτισμούς με ρίζες στους προϊστορικούς χρόνους.

Σίγουρα οι πιο σημαντικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αυτών των αρχαίων λαών έχουν γίνει στο μικρό χωριό Ban Chiang κοντά στο Udon Thani στα βορειοανατολικά της χώρας. Συστηματικές ανασκαφές στο Ban Chiang άρχισαν μόλις πριν από δύο δεκαετίες, αποκαλύπτοντας ζωγραφισμένα αγγεία, κοσμήματα, εργαλεία από χαλκό και σίδηρο. Η εγκατάσταση άρχισε γύρω στο 3600 π.Χ. και κράτησε περίπου μέχρι το 250 π.Χ. Οι άνθρωποι του Ban Chiang καλλιεργούσαν ρύζι, εξημέρωναν τα ζώα τους και ήταν δεξιοτέχνες αγγειοπλάστες.

Αλλά πριν από την εμφάνιση τους στο βορειοανατολικό οροπέδιο, η περιοχή φιλοξενούσε δεινόσαυρους. Το 1984, απολιθώματα από ένα φυτοφάγο δεινόσαυρο βρέθηκαν στην επαρχία του Phu Wiang και αυτός ονομάστηκε Phuwiangosaurus Sirindhornae, ενώ μια πολύ πιο πρόσφατη ανακάλυψη απολιθώματος ξεσκέπασε τον Siamotyrannus Isanensis, ένα τρομακτικό σαρκοφάγο πρόγονο του διάσημου Tyrannosaurus Rex.
Μέσα στους αιώνες η περιοχή επηρεάστηκε από διάφορους πολιτισμούς, από τους Ινδούς τον 3ο αιώνα, τους Μον ανάμεσα στον 6ο και τον 11ο αιώνα και τους Χμερ που έχτισαν το θαυμαστό Angkor Wat και άφησαν την κληρονομιά τους με τη μορφή διάφορων πέτρινων ιερών που είναι διάσπαρτα σε όλο το βασίλειο της Ταϊλάνδης. Ο κύριος κορμός του πολιτισμού της Ταϊλάνδης πιστεύεται ότι διαμορφώθηκε από τις φυλές που μετακινήθηκαν από τη νότια Κίνα σχεδόν πριν από 1.000 χρόνια και εγκαταστάθηκαν εκεί που είναι σήμερα η βόρεια Ταϊλάνδη, εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία τους από τα τότε υπάρχοντα βασίλεια των Χμερ και των Μον.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ SUKHOTHAI
Στα μέσα του 13ο αιώνα οι Ταϊλανδοί ήταν ήδη μια κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή, απορροφώντας σιγά σιγά τις αποδυναμωμένες αυτοκρατορίες των Μον και των Χμερ. Το 1238 ιδρύθηκε το πρώτο ταϊλανδικό βασίλειο, το Sukhothai που οι ηγέτες του το αποκαλούσαν “η αυγή της ευτυχίας”.
Συχνά θεωρείται η χρυσή περίοδος της ταϊλανδικής ιστορίας, ένα ιδανικό ταϊλανδικό κράτος σε μια γη της αφθονίας που κυβερνιόταν από πατριαρχικούς και καλοπροαίρετους βασιλιάδες, ο πιο γνωστός από τους οποίους ήταν ο Βασιλιάς Ramkamhaeng ο Μέγας. Ο Ramkamhaeng διακρίθηκε ως διοικητής, νομοθέτης, πολιτικός και του αποδίδεται η δημιουργία της ταϊλανδικής γραφής. Η περίοδος Sukhothai βρήκε τους Ταϊλανδούς, για πρώτη φορά να αναπτύσσουν ένα ιδιαίτερο πολιτισμό με τους δικούς τους διοικητικούς θεσμούς, τη δική τους τέχνη και αρχιτεκτονική.
Οι εικόνες του Βούδα από την περίοδο Sukhothai, που χαρακτηρίζονται από τα εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά του προσώπου, τη ρευστότητα των γραμμών και την αρμονία των μορφών, θεωρούνται η πιο όμορφη και αυθεντική από τις καλλιτεχνικές εκφράσεις της Ταϊλάνδης. Το 1350, το ισχυρότερο κράτος της Ayutthaya άσκησε την επιρροή του πάνω στο πιο ήπιο Sukhothai και από ένα κράτος δουλοπάροικων που ήταν ως τότε, σφετερίστηκε όλη τη διοικητική εξουσία, αφήνοντας το Sukhothai ένα ερημωμένο βασίλειο.
Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ AYUTTHAYA
Oι βασιλιάδες της Ayutthaya επηρεάστηκαν έντονα από τον πολιτισμό των Χμερ. Δεν είχαν καμία σχέση με τους πατρικούς και προσιτούς ηγεμόνες του Sukhothai, ήταν απόλυτοι μονάρχες των οποίων η θέση τονιζόταν από όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της βασιλείας που αντικατοπτριζόταν στον Devaraja (θεό-βασιλιά) των Χμερ. Οι Βραχμάνοι ιερουργούσαν δίπλα – δίπλα με τους Βουδιστές μοναχούς στις κρατικές τελετές -μια κληρονομιά που παραμένει ακόμα και στη σύγχρονη Bangkok. Ο 16ος αιώνας σημαδεύτηκε από την άφιξη των Ευρωπαίων και από τις συνεχείς συγκρούσεις με τους Βιρμανούς.
Το 1569 την Ayutthaya την κατέλαβαν οι Βιρμανοί που λεηλάτησαν την πόλη και μετακίνησαν με τη βία τον περισσότερο πληθυσμό της Ayutthaya στη Βιρμανία. Το Βασίλειο του Σιάμ ωστόσο, εδραιώθηκε πάλι από τον βασιλιά Naresuan το Μέγα. Κάτω από την εξουσία αυτού του μεγάλου βασιλιά, η Ayutthaya ευημέρησε και έγινε η ακμαία μητρόπολη που περιγράφουν οι Ευρωπαίοι επισκέπτες του 17ου αιώνα.Οι Ευρωπαίοι χρησιμοποίησαν αρχικά το Σιάμ σαν πύλη για το εμπόριό τους με την Κίνα. Η Ayutthaya και τα λιμάνια της έγιναν αποθήκες για αγαθά που διακινούνταν μεταξύ Ευρώπης, Ινδίας, Ανατολικών Ινδιών, Κίνας και Ιαπωνίας. Το απόγειο της ευρωπαϊκής παρουσίας στην Αyutthaya, ιδιαίτερα των Γάλλων, ήταν αναμφίβολα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του βασιλιά Narai (βασίλεψε από το 1656 μέχρι το 1688), όπου έφτασαν στη Δύση οι περισσότερες εντυπώσεις για το Σιάμ. Μερικοί δυτικοί επισκέπτες σύγκριναν την Ayutthaya με τη Βενετία και την αποκάλεσαν “την πιο όμορφη πόλη στην Ανατολή”.

Το 1767, μια εισβολή των Βιρμανών κατάφερε να αιχμαλωτίσει την Ayutthaya. Στην βιασύνη τους να αποσυρθούν από την κατακτημένη πρωτεύουσα, οι Βιρμανοί σκότωσαν, λεηλάτησαν και έβαλαν φωτιά σ’ ολόκληρη την πόλη, εξαλείφοντας έτσι τέσσερις αιώνες ταϊλανδικού πολιτισμού. Αλλά παρά τη μεγαλειώδη νίκη τους, οι Βιρμανοί δεν διατήρησαν τον έλεγχο του Σιάμ για πολύ. Ένας νεαρός στρατηγός που λεγόταν Phya Taksin συγκέντρωσε μια μικρή ομάδα στρατιωτών, έσπασε το βιρμανικό κλοιό και απέδρασε στο Chantaburi. Εφτά μήνες μετά την πτώση της Ayutthaya, αυτός και οι δυνάμεις του επιτέθηκαν στην πρωτεύουσα και εκδίωξαν τη φρουρά της βιρμανικής κατοχής.
ΠΕΡΙΟΔΟΣ THONBURI
Ο στρατηγός Taksin αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του Σιάμ από την Ayutthaya σε ένα μέρος πιο κοντά στη θάλασσα που θα διευκόλυνε το εμπόριο, θα διασφάλιζε το στρατιωτικό ανεφοδιασμό και θα έκανε την άμυνα και την υποχώρηση ευκολότερες σε περίπτωση νέας βιρμανικής επίθεσης. Ίδρυσε τη νέα του πρωτεύουσα στο Thonburi. H ηγεμονία του Taksin δεν ήταν εύκολη. Η έλλειψη κεντρικής εξουσίας από τότε που έπεσε η Ayutthaya είχε οδηγήσει σε μια ταχύτατη αποσύνθεση του βασιλείου και η βασιλεία του Taksin αναλώθηκε στην επανένωση των επαρχιών.

Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ RATTANAKOSIN
Μετά το θάνατο του Taksin, ο στρατηγός Chakri έγινε ο πρώτος βασιλιάς της δυναστείας των Chakri, που βασίλεψαν από το 1782 ως το 1809. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να μεταφέρει το διοικητικό του αρχηγείο από το Thonburi στη Bangkok. Εκεί βάλθηκε να χτίσει το καινούριο του παλάτι σύμφωνα με την αρχιτεκτονική της Ayutthaya, συγκεντρώνοντας όλους τους επιβιώσαντες μεγάλους τεχνίτες από την παλιά πόλη. Το Μεγάλο Παλάτι που έχτισαν περιείχε όχι μόνο τις κατοικίες του βασιλιά και της βασιλικής οικογένειας αλλά επίσης ενσωμάτωσε όλα τα κυβερνητικά και δικαστικά γραφεία και, το πιο σημαντικό απ’ όλα, το Βασιλικό Παρεκκλήσι όπου τοποθετήθηκε ο σεβάσμιος Σμαραγδένιος Βούδας.
Οι διάδοχοι του Rama του 1ου και του Rama του 3ου ολοκλήρωσαν την εδραίωση του βασιλείου του Σιάμ και την αναγέννηση της Τέχνης και του πολιτισμού στην Ayutthaya.Ο Rama ο 2ος αποκατέστησε τις σχέσεις με τη Δύση, που είχαν διακοπεί από την εποχή του Narai, επιτρέποντας στους Πορτογάλους να χτίσουν την πρώτη δυτική πρεσβεία στη Bangkok. Ο Rama o 3ος (βασίλεψε από το 1824 έως το 1851), συνέχισε αυτό το έργο και ξανάνοιξε τις πόρτες του Σιάμ στους ξένους, προωθώντας έτσι επιτυχημένα το εμπόριο με την Κίνα. Είχε ιδιαίτερη αδυναμία στην κινέζικη πορσελάνη με αποτέλεσμα να διακοσμήσει πολλούς από τους ναούς του με κομμάτια πορσελάνης, με κυριότερο δείγμα τον Ναό της Αυγής (Wat Arun.)

Ο βασιλιάς Mongkut, o Rama o 4ος( βασίλεψε από το 1851 ως το 1868) ήταν ο πρώτος Ταϊλανδός βασιλιάς που εισήγαγε το δυτικό πολιτισμό και τεχνολογία, και η βασιλεία του έχει περιγραφεί σαν “η γέφυρα που ενώνει το καινούριο με το παλιό”.

Ο Mongkut αντιλήφθηκε ότι οι παραδοσιακές ταϊλανδικές αξίες δεν θα έσωζαν τη χώρα του από τη δυτική παρέμβαση, και γι’ αυτό ενθάρρυνε την πολιτική του εκσυγχρονισμού η οποία πίστευε ότι θα έφερνε το Σιάμ σε ευθυγράμμιση με τη Δύση και θα μείωνε τις εχθρότητες με τους ξένους.

Ο γιος του Mongkut, o Chulalongkorn, ήταν μόλις 15 ετών όταν ανέβηκε στο θρόνο. Αλλά βασίλεψε στο Σιάμ ως ο Rama o 5ος για 42 χρόνια -και μεταμόρφωσε τη χώρα του από μια οπισθοδρομική ασιατική χώρα σε ένα μοντέρνο βασίλειο του 20ου αιώνα.

Ο διάδοχός του ο βασιλιάςVajiravudh (1910-1925), μορφώθηκε στην Οξφόρδη και είχε επηρεαστεί βαθιά από την Αγγλική παράδοση και μετέφερε πολλές καινοτομίες στη χώρα του με αποτέλεσμα να επηρεάσει σημαντικά τη δομή της σύγχρονης ταϊλανδικής κοινωνίας.

Ο Prajadhipok (o Rama o 7ος ) ασχολήθηκε προσωπικά με τη βελτίωση της ζωής των υπηκόων του. Γνώριζε το ολοένα και πιο έντονο αίτημα για μεγαλύτερη συμμετοχή στην κυβέρνηση που προέβαλε μια μικρή ομάδα μορφωμένων στο εξωτερικό, αλλά θεωρούσε ότι οι Σιαμέζοι γενικά δεν ήταν έτοιμοι για δημοκρατία. Το 1927, σχολίασε δημόσια ότι οι άνθρωποι πρέπει πρώτα να διδαχτούν πολιτική συνείδηση προτού η δημοκρατία μπορέσει να εισαχθεί αποτελεσματικά. Ωστόσο, ένα πραξικόπημα το 1932 τελείωσε την πατριαρχική αλλά απολυταρχική εξουσία του βασιλιά. Το πραξικόπημα στήθηκε από την “Παράταξη του Λαού”, μια ομάδα αποτελούμενη από στρατιωτικούς και πολίτες καθοδηγημένη από Ταϊλανδούς που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό και των οποίων ο κατεξοχήν εκφραστής της ιδεολογίας τους ήταν ο Pridi Panomyong, ένας νεαρός δικηγόρος που είχε σπουδάσει στη Γαλλία.

Ο βασιλιάς δέχτηκε ένα νέο Σύνταγμα που πρότειναν και με το οποίο “σταματούσε να κυβερνά αλλά συνέχιζε να βασιλεύει”. Το Δεκέμβριο του 1932, ο βασιλιάς υπέγραψε το Κοινοβουλευτικό Σύνταγμα που υποσχόταν καθολική ψηφοφορία και γενικές εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια. Μετά την παραίτηση του βασιλιά Prajadhipok, ο Ananda Mahidol ανακηρύχτηκε βασιλιά, ο οποίος κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της βασιλείας του, ήταν στο εξωτερικό ολοκληρώνοντας τις σπουδές του. Ο βασιλιάς Ananda Mahidol επέστρεψε το 1945 στην πατρίδα του μέσα σε ένα θυελλώδη ενθουσιασμό των κατοίκων. Με το θάνατό του ένα χρόνο αργότερα, τον διαδέχτηκε ο νεαρότερος αδελφός του βασιλιάς Bhumibol Adulyadej, o σημερινός μονάρχης.

“Θα βασιλεύουμε με dharma (δικαιοσύνη), για το καλό και την ευημερία των ανθρώπων του Σιάμ”, ήταν η υπόσχεση που έδωσε κατά την ενθρόνισή του ο βασιλιάς Bhumibol Adulyadej. Πράγματι, σε μεγάλο βαθμό, ο βασιλιάς παρέχει τη σταθερότητα και τη συνοχή που έλειπε από τον ταραχώδη κύκλο της Ταϊλανδικής πολιτικής και της νεαρής αυτής δημοκρατίας. Ακούραστα περιοδεύοντας τη χώρα με τη βασίλισσα Sirikit για να επιθεωρούν και να βελτιώνουν την ευημερία του λαού, ο βασιλιάς εμπνέει γενικό σεβασμό. Ως συνταγματικός μονάρχης διατηρεί ουδετερότητα σε περιόδους κρίσεων.